κομματικοποίηση

κομματικοποίηση
η [κομματικοποιώ]
1. η εκ μέρους ενός κόμματος οικειοποίηση τής πατρότητας ή αποκλειστικότητας τής διοργάνωσης και διεξαγωγής μιας γενικότερης κοινωνικής, πολιτικής ή άλλης δραστηριότητας («η κομματικοποίηση τών εκδηλώσεων για το Πολυτεχνείο είναι αντίθετη με το πνεύμα τής Αντίστασης»)
2. η εκ μέρους ενός κόμματος καθυπόταξη μιας τέτοιας δραστηριότητος ή και οργάνωσης ή δημόσιου οργανισμού ή και ολόκληρης τής κρατικής μηχανής στους σκοπούς τού κόμματος αυτού («είναι εμφανής η κομματικοποίηση τού κράτους»).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • Ελλάδα - Θρησκεία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ Το περιεχόμενο της θρησκείας που επικράτησε στον ελλαδικό χώρο κατά την Παλαιολιθική εποχή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς. Τα λιγοστά και δυσεξιχνίαστης σημασίας ευρήματα δεν βοηθούν προς την κατεύθυνση αυτή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”